Η απεργία των εργαζομένων στις μεταφορές του Βερολίνου (Streik bei der Berliner Verkehrsgesellschaft 1932): Μια συνεργασία μεταξύ Εθνικοσοσιαλιστών και Κομμουνιστών.



Μετάφραση - επεξεργασία κειμένου: Φαιός Τυμπανιστής


«Δεν έχει σημασία αν είμαστε Κομμουνιστές ή Εθνικοσοσιαλιστές, επειδή τα στομάχια μας έχουν  την ίδια πείνα, και πρέπει να ενωθούμε για να πιέσουμε τα αφεντικά του SPD να πραγματοποιήσουν τα αιτήματα μας».



Αυτή η δήλωση είναι από μια συνέλευση που διοργάνωσε η εργατική ένωση των Εθνικοσοσιαλιστών κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’30. Έλαβαν μέρος 350 άτομα τόσο Κομμουνιστές όσο και Εθνικοσοσιαλιστές. Μια μέρα πριν, κάποιοι Εθνικοσοσιαλιστές παρευρέθηκαν σε ένα συνέδριο του KPD και 2 χρόνια μετά τον Νοέμβριο του 1932 ήταν η στιγμή για την απεργία απέναντι στο μισητό σύστημα. Μα τι ήταν αυτό που προσέλκυσε τα 2 πολιτικά κινήματα που φαίνονται ως ανταγωνιστικά μεταξύ τους; Πρέπει να πάρουμε αυτή την μοναδική ιστορική κατάσταση ως παράδειγμα για τα σύγχρονα «εθνικά» και «αριστερά» κινήματα;








Για να απαντήσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις πρέπει να κοιτάξουμε τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες κατά την διάρκεια των τελευταίων 4 χρόνων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μετά την πρώτη υπερπληθωριστική κρίση του ’23 σε ένα ηττημένο Ράιχ, ένα δεύτερο κύμα της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αστάθειας χτυπάει την Γερμανία το ’29. Οι Σοσιαλοδημοκράτες του SPD χειροτέρευσαν δραματικά τις συνθήκες για τους Γερμανούς εργάτες, μειώνοντας τους μισθούς περισσότερο από 8% και αύξησαν την ανεργία! Η καταστολή της αστυνομίας και η απαγόρευση των ομάδων μάχης των SA και των RFB (Μαχητές του Κόκκινου Μετώπου) οδήγησε στην δυσαρέσκεια των «άκρων» απέναντι στους μισητούς «sozis» (Σοσιαλοδημοκράτες).



Κατά την διάρκεια της ολικής κρίσης στην δημοκρατία της Βαϊμάρης τόσο οι Εθνικοσοσιαλιστές όσο και οι Κομμουνιστές είδαν τους εαυτούς τους στην πρώτη γραμμή ως Σοσιαλιστές, και την ιδεολογία τους ως την μόνη λύση για την άσχημη κατάσταση στην Γερμανία και την καθημερινότητα του Γερμανικού προλεταριάτου. Το γεγονός ότι θεωρούσαν την Γερμανία ως μια ημι - αποικία που διοικείτο από τους καταπιεστές των Βερσαλλιών  και τα προγράμματα Dawes και Youngplan, τους οδήγησε να εντοπίσουν τον  εχθρό στους προδότες της Κοινωνικής Γερμανικής Δημοκρατίας. Και οι 2 ομάδες υιοθέτησαν μια σκληρή αντικαπιταλιστική στάση. 






Αν και ο αντικαπιταλισμός τους προερχόταν από διαφορετική οπτική, αυτό δεν τους εμπόδισε να αλληλοϋποστηρίζονται. Για παράδειγμα η Ruth Fischer, ηγετικό στέλεχος της «αριστερής πτέρυγας» του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μίλησε σε Εθνικιστική συγκέντρωση φοιτητών στο Βερολίνο και προσέγγισε την αντισημιτική αντικαπιταλιστική κριτική του NSDAP: «Όποιος συμμετέχει στην αντίσταση ενάντια στο εβραϊκό κεφάλαιο είναι ένα μαχητής της τάξης! Ποδοπατήστε τους Εβραίους καπιταλιστές, κρεμάστε τους στους φανοστάτες, λιώστε τους και τσακίστε τους». 


Ο Ernst Thalmann, γενικός γραμματέας του KPD, έκανε έκκληση για συνεργασία με τους Εθνικοσοσιαλιστές: «Όταν οι απεργίες οργανώνονται στις εταιρείες, είναι θεμελιώδης σημασίας η συμμετοχή των Εθνικοσοσιαλιστών στις επιτροπές αγώνα». Με αυτό υπονοούσε τα προλεταριακά στοιχεία στα συνδικάτα των Εθνικοσοσιαλιστών των SA τους ονομαζόμενους «nazi - prolets»(Εθνικοσοσιαλιστές Προλετάριοι).


Εντός της εταιρείας μεταφορών BVG η «φαιά» έκφραση των Εργατών Εθνικοσοσιαλιστών είχε ως εκπροσώπους την NSBO, την οργάνωση του NSDAP. Η αριστερή έκφραση είχε ως εκπροσώπους την RGO που ήταν αντιπολιτευόμενοι στον συνδικαλισμό του KPD. Μαζί οι Εθνικοσοσιαλιστές και οι Κομμουνιστές ίδρυσαν μια κεντρική ομάδα για την οργάνωση των απεργιών η οποία απαίτησε αιτήματα όπως μεγαλύτερο ημερομίσθιο, εργασία 40 ωρών την εβδομάδα, καλύτερες συνθήκες εργασίας και το πιο σημαντικό την κατάργηση των συμβάσεων (Hoffmannschen Akkordsystem).  


Σύντομα εργάτες που δεν είχαν σχέση με κόμματα και μέλη της ADGB παρευρέθηκαν στις συναντήσεις των Εθνικοσοσιαλιστών και των αριστερών. Το KPD είχε κυρίαρχο ρόλο στην επιτροπή αγώνα, και προσπάθησε να μεταφέρει τα γεγονότα στην BVG ως μια «ενδυνάμωση της ταξικής συνείδησης στις εργατικές μάζες».  Στην πραγματικότητα το KPD είχε χάσει την επιρροή του στις περισσότερες βιομηχανίες και στα εργοτάξια του Βερολίνου, άλλωστε το 80% των μελών  του KPD ήταν άνεργοι. Οι Εθνικοσοσιαλιστές που ήταν η μειονότητα ανάμεσα στους ηγέτες της απεργίας δεν έδωσαν την ανάλογη σημασία σε αυτό, αφού τα αιτήματα και ο αγώνας ενάντια στην εργοδοσία ήταν μεγαλύτερης σημασίας.


Στις 03.11.1932 η απεργία ξεκίνησε. Οχτώ από τους Εθνικοσοσιαλιστές είχαν δημιουργήσει ένα οδόφραγμα σε μια στάση ενός τραμ, αλλά συγκρούστηκαν με την αστυνομία και 2 μέλη των SA συνελήφθησαν. Μισή ώρα μετά Εθνικοσοσιαλιστές και Κομμουνιστές στην πρωτεύουσα του Reich κατέλαβαν πολλούς σταθμούς  τραμ και λεωφορείων, σταμάτησαν την κυκλοφορία και μετακίνησαν όλους τους επιβάτες από τα οχήματα.



Οπλισμένοι με ασπίδες, οι διαδηλωτές έστησαν οδοφράγματα ενάντια στις δυνάμεις καταστολής ενώ ενημερώθηκαν όλοι οι εργάτες να σταματήσουν την εργασία τους. Τα απεργοσπαστικά σκουπίδια δέχτηκαν επίθεση και ο δρόμος τους μπλοκαρίστηκε. Οι Κομμουνιστές έβγαλαν φυλλάδια ενάντια στο SPD και τις εργοδοτικές ενώσεις, είναι σημαντικό να σημειωθεί το γεγονός ότι δεν υπήρξε ούτε μια λέξη κριτικής της Κομμουνιστικής προπαγάνδας ενάντια στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. 



Τις βραδινές ώρες της 3ης και 4ης Νοεμβρίου σημειώθηκαν  οδομαχίες με την αστυνομία, δρόμοι και οχήματα καταστράφηκαν και οι λεγόμενες «κουζίνες της απεργίας» έκαναν την εμφάνιση τους. Στο αποκορύφωμα της μάχης πολλά μέλη των SA και των SS, μέλη των RFB καθώς και πολλοί εργάτες που δεν είχαν σχέση με τα κόμματα έλαβαν μέρος στην διαμαρτυρία. Σε αυτά τα γεγονότα τα SA υπήρξαν η κύρια δύναμη της αντίστασης και της βίας.



Μερικά μέλη των «Ταγμάτων Εφόδου» (SA) ήθελαν να ενισχύσουν την κατάσταση με εκρηκτικά, αν και αυτή η πρόταση έκανε τους Κόκκινους να δυσφορήσουν. Οι δρόμοι του Βερολίνου υπήρξαν η αρένα της μαζικής δραστηριότητας της μεγάλης κοινωνικής δυσφορίας ενάντια στο σύστημα, στην οποία η ηγεσία του KPD παρείχε μέσω των εκδόσεων και της κεντρικής επιτροπής θεωρητικό υπόβαθρο. Όμως το πραγματικό σφρίγος στους δρόμους διοχετεύτηκε από τα SA και τα SS.


Την Τρίτη ημέρα της απεργίας που έμεινε γνωστή ως «Κόκκινη Παρασκευή», πολλοί σκοτώθηκαν ανάμεσα στους Εθνικοσοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές καθώς και άλλοι εργάτες, ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και το φημισμένο μέλος των SA Kurt Reppich. 47 άτομα τραυματίστηκαν και οι συλλήψεις έφτασαν τις 583. Οι ηγεσίες του NSDAP και του KPD στα πρόσωπα των Joseph Goebbels και Walter Ulbricht επενέβησαν με έμμεσο στόχο να κερδίσουν την υποστήριξη στις εκλογές που θα λάμβαναν μέρος την επόμενη Κυριακή. Η απόφαση του Hitler να καλέσει τα SA πίσω στους στρατώνες έληξε την απεργία. Τα μέλη των SA που υπήρξαν η κύρια δύναμη πίσω από την απεργία είχαν περιοριστεί σε μεγάλους αριθμούς και δεν μπορούσαν να λάβουν μέρος σε ενέργειες ενάντια στο καθεστώς.


Παρόλο το γεγονός ότι η συνεργασία κατά την διάρκεια της απεργίας δεν ήταν ένα ζήτημα κοινής συμπόρευσης «χέρι με  χέρι» αλλά «πλάτη με πλάτη» δεν μπορεί να μην γίνει αποδεκτό ότι και τα 2 κόμματα αντάλλαξαν τα πολιτικά τους ενδιαφέροντα για τα οικονομικά ζητήματα, για να αλλάξουν τις συνθήκες που ζούσαν. Κατά την διάρκεια πορειών, συγκεντρώσεων και διαμαρτυριών υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ Εθνικοσοσιαλιστών και Κομμουνιστών, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αλληλοϋποστηρίχτηκαν μεταξύ τους επειδή ζούσαν στις ίδιες γειτονιές και γνωρίζονταν μεταξύ τους πολύ καλά. Αυτό το γεγονός έλαβε μορφή με δράσεις ενάντια στις εξώσεις και τις αυξήσεις των ενοικίων κ.α. 



Κάποιος πρέπει να κοιτάξει σε μαύρες και λευκές αποχρώσεις αν πρόκειται να δει τις σχέσεις των 2 πλευρών στην εποχή της Βαϊμάρης. 
Ένας ηγέτης των RFB κατά την διάρκεια μιας πορείας φώναξε: «Όταν το κόμμα (KPD) δεν θα πολεμήσει ενάντια στους Σοσιαλοδημοκράτες, εμείς απλά θα ενωθούμε με τους Εθνικοσοσιαλιστές». O Johannes Engel, ιδρυτής της NSBO που συνέχισε να απεργεί ακόμα και όταν η ηγεσία του κόμματος στο Μόναχο είχε σταματήσει να υποστηρίζει την απεργία, τοποθετήθηκε με αυτά τα λόγια: «Όποιος ακόμα κάτω από τις παρούσες συνθήκες δεν έχει το θάρρος να υπολογίσει ανοιχτά τον εαυτό του στους Εθνικοσοσιαλιστές, δεν έχει παρά να ψηφίσει τους αριστερούς υποψηφίους, αλλά σίγουρα όχι τις «ελεύθερες ενώσεις» (οι οποίες υποστήριζαν το κεφάλαιο). Υποστηρίζω τα υπεύθυνα άτομα για τον ίδιο λόγο με τους Κομμουνιστές». Αυτές οι δηλώσεις, του στοίχισαν την προοπτική για μια καλύτερη διοικητική θέση μέσα στο Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα.



Αν υπάρχει ένα πράγμα που μας διδάσκει η απεργία της BVG  είναι ότι το Εθνικιστικό και το Σοσιαλιστικό κίνημα δεν αποκλείει το ένα το άλλο, αλλά συμπληρώνει το ένα το άλλο επειδή έχουν ένα κοινό εχθρό: Το κυρίαρχο καπιταλιστικό κίνημα και την κρίση του.




Πηγή: Nationale Socialistische Actie / Autonome Nationale Socialisten








Ένας αιχμάλωτος Εθνικοσοσιαλιστής  κοιτάει έναν Σιωνιστή - που κρατάει μια εφημερίδα όργανο της Ιουδαϊκής καπιταλιστικής σκέψης - να κακομεταχειρίζεται την Γερμανία που έχει ως δεσμά την συνθήκη των Βερσαλλιών. Ο Εβραίος υποτίθεται ότι είναι δημοσιογράφος που σπιλώνει τους Γερμανούς, ενώ τον βοηθούν  στο έργο του ένας στρατιώτης των Γαλλικών αποικιακών δυνάμεων και ένας αστυνομικός.

3 σχόλια:

  1. Ανώνυμος17/12/12 1:56 μ.μ.

    Καλά πείτε μας οτι θέλετε να μπείτε στο κόμμα του Ιφικράτη και αφήστε τα σάπια :p

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος13/3/13 1:08 π.μ.

    Και η ιστορική απεργία των εργατών του ΡΟΥΡ συνδιοργανώθηκε απο κοινού και άλλα πολλά βέβαια.
    Τον σεβασμό μου ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή