Maurice Bardèche: Σοσιαλφασισμός – Ένα δοκίμιο του Pierre Drieu La Rochelle

«Για μένα, ο φασισμός, ήταν ο σοσιαλισμός, η μόνη πιθανότητα του ρεφορμιστικού σοσιαλισμού»

Pierre Drieu La Rochelle, 1945


Ο όρος σοσιαλφασισμός χρησιμοποιείται συμβολικά, καθώς είναι μια έννοια που ουσιαστικά ποτέ δεν έχει πραγματωθεί απόλυτα.  Όλα τα φασιστικά κινήματα σε κάποια δεδομένη στιγμή ήρθαν σε επαφή με τον σοσιαλισμό και επηρεάστηκαν από αυτόν .Το κόμμα του Χίτλερ είχε επισήμως την ονομασία «Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» (National sozialistiche Deutsche arbeiter parteï). Ο Μουσολίνι ήταν κατεξοχήν θεμελιωτής σοσιαλιστικών νόμων. Ο José-Antonio Primo de Rivera, ιδρυτής και αρχηγός του Ισπανικού φασιστικού κόμματος «Φάλαγγα», έγινε ο άνθρωπος – σύμβολο του εθνικοσυνδικαλιστικού σοσιαλισμού. Το ρουμάνικο κίνημα »Garde de Fer» – «Σιδηρά Φρουρά’» (εθνικιστική οργάνωση με στρατιωτική δομή στα πρότυπα της εθνικοσοσιαλιστικής νεολαίας του Α.Χίτλερ, ιδρυτής της οποίας ήταν ο Κορνήλιος Κοντρεάνου) ,ήταν κατά βάση ένα κίνημα φοιτητών και αγροτών. Ο δε Oswald Mosley, ιδρυτής της Βρετανικής Ένωσης Φασιστών (British Union of Fascists)διετέλεσε υπουργός εργασίας στην Αγγλία.

Ο Jacques Doriot αρχικά υπήρξε κομμουνιστικός ηγέτης στην Γαλλία, ενώ στην συνέχεια ίδρυσε μαζί με άλλους εθνικιστές το P.P.F. (Parti Populaire Francais – φασιστικό και αντισημιτικό κόμμα) το οποίο ξεπήδησε μέσα από τον κομμουνιστικό πυρήνα του Saint – Denis.

Όλα τα ιστορικά φασιστικά κινήματα υπήρξαν κινήματα απελευθέρωσης από τον ζυγό της παντοδυναμίας του κοσμοπολίτικου καπιταλισμού και από την θεμελιώδη ανειλικρίνεια και αισχρότητα των δημοκρατικών καθεστώτων, τα οποία αποστερούν από τον λαό το δικαίωμα του στην συμμετοχή στα κοινά. Εν τούτοις, με εξαίρεση το Περονικό καθεστώς της Αργεντινής, οι περιστάσεις δεν επέτρεψαν ποτέ την ολική πραγμάτωση των σοσιαλιστικών τάσεων των φασιστικών κομμάτων. Οι φασίστες που ανέλαβαν την εξουσία έπρεπε άμεσα να ανασυγκροτήσουν την κατεστραμμένη από την δημαγωγική διαχείριση οικονομία, να αποκαταστήσουν την διασαλευθείσα από την αναρχία τάξη και κατά την έξοδο από το χάος να δημιουργήσουν τις δικές τους δομές προκειμένου να αμυνθούν έναντι των εξωτερικών κινδύνων που απειλούσαν την ίδια τους την ύπαρξη

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ

Εθνικολαϊκή ανυποταγή μπροστά στην δυνατότητα μιας ολικής ρήξης



του Άγγελου Δημητρίου

Είναι λανθασμένο το ότι η Επανάσταση αποτελεί μια μαζική διαδικασία. Κι αν έτσι εκδηλώνεται κατά την έκβασή της, στις απαρχές, ωστόσο, είναι κάτι το εντελώς προσωπικό. Αυτό αποδείχτηκε και από τα επαναστατικά κινήματα του προηγουμένου αιώνα, αλλά και από κάθε ανατρεπτική προσπάθεια, ακόμα κι αν αυτή κατέληξε σε αποτυχία. Η γέννησή της κάθε άλλο παρά μαζικά χαρακτηριστικά ενείχε.

Το ότι πρόκειται για μια λαϊκή εκδήλωση, αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, ανάλογα με την εννοιολόγηση του όρου «λαός». Η συγκρότηση των συνειδητοποιημένων προσώπων, των ταγμένων σε έναν σκοπό καθ’ όλα προσδιορισμένο, και η πειθαρχημένη δράση, δεν περιέχει τα στοιχεία της μαζικότητας. Το αντίθετο μάλιστα. Η συλλογική αφύπνιση είναι κάτι διαφορετικό από την αποχαλιναγώγηση των μαζικών ορμέφυτων. Εξάλλου, στην έννοια του λαού δεν μπορούν να συγκαταλέγονται οι φίλαυτοι ιδιωτεύοντες, οι καιροσκόποι ωφελιμιστές. 

Όσο πιο συσταλτικά προσδιορίζεται η έννοια του λαού, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται το πώς αναπτύσσεται ένα πραγματικά λαϊκό κίνημα. Ένα επαναστατικό αίτημα, πρώτα πρώτα, οφείλει να απευθύνεται σε μια συμπαγή σε νοοτροπία ομάδα, σε ένα υποσύνολο που μπορεί να οδηγήσει στην διαμόρφωση ενός κοινωνικού συνόλου προς υγιείς επιλογές, ενός λαού με συλλογικό όραμα. Κατά την έννοια αυτή, η επαναστατική διαδικασία λαμβάνει διαστάσεις εκλεκτικές και περιοριστικές. Είναι μειοψηφική και ελιτιστική.

Ποιος ο ρεαλιστικός λόγος όμως, για να ανακαλούμε σήμερα την έννοια της Επανάστασης; Μα, διότι το πρόκριμα είναι εσωτερικό, είναι μια εσωτερική μεταμόρφωση των ατόμων, μια ριζική εσωτερική αλλαγή, η οποία αν ελλείπει απαλείφεται και το αποτέλεσμα. Είναι αυτή η βασική προϋπόθεση κάθε επαναστατικής πρότασης, κάθε αιτήματος δηλαδή για την ολιστική αναδιαμόρφωση της παρούσας Τάξης: η εσωτερική αντίκρουση των κατεστημένων αρχών, θεσμών, της νοοτροπίας. Είναι η αντιπαραβολής μιας «λογικής» προς μια άλλη, η θέαση του κόσμου και των πραγμάτων μέσα από μια συγκρουσιακή οπτική, ο τρόπος του να σκέφτεται και να δρα κανείς, έξω από τα πλαίσια που τίθενται από τα πριν και από τα πάνω και καθορίζουν την ζωή του, περιορίζουν και στενεύουν τις επιλογές του.

Πρώτο λοιπόν βήμα η σύγκρουση, η ανυποταγή, ο σκεπτικισμός, η αντίδραση. Ενόσω υπάρχει «διάλογος» δεν είναι δυνατόν να αποκρυσταλλωθεί επαναστατική προοπτική. Με το να συνδιαλέγεται κανείς, καταλήγει στο να συνδιαλλάσσεται. Επομένως στο να αφομοιώνεται, να αλλοτριώνεται, να χάνει τα καθαρά του στοιχεία, τις προϋποθέσεις της μεταβολής και της ανατροπής. Να χάνει το πλεονέκτημα της αυθυπαρξίας και της ανεξαρτησίας. 

Η αυτοδύναμη δράση είναι ένα πλεονέκτημα που αφορά όχι τόσο τα πραγματιστικά δεδομένα, αλλά την εσωτερική οπτική από την οποία ξεκινά η δράση. Έτσι εκείνο το οποίο οφείλουν οι Εθνικιστές, είναι η αποστασιοποίηση από τα δεδομένα που καθορίζουν την κοινωνική και πολιτική ζωή. Είναι η ουσιαστική αποκόλληση από κάθε κατεστημένη δομή, από την «λογική» του συνόλου, και έπειτα η εισαγωγή στην πολιτική της δικής τους ματιάς. Η άγρυπνη αντίθεση σε καθετί που ξεπροβάλλει μέσα από την υπάρχουσα πολιτική μηχανική και τις διεργασίες που εδραιώνουν το παρόν καθεστώς. Όσο κανείς αναλώνεται στο να «αλλάξει» το καθεστώς ή να επιδράσει σε αυτό με το να γίνεται μέρος του, τόσο οι συνεχόμενες προσπάθειες θα αποτυγχάνουν και τα πάντα θα πρέπει να ξεκινήσουν πάλι εκ του μηδενός.

Ο συναγελασμός και ο διάλογος με σχέσεις ομοταξίας, με την πολιτική τάξη, δεν βελτιώνει την τελευταία, αλλά παραμορφώνει τους Εθνικιστές. Και πάνω από όλες τις πολιτικές επιλογές βρίσκεται η εσωτερική τοποθέτηση, η οποία πρέπει να παραμένει αμετακίνητα συγκρουσιακή, πέραν της υποταγής δια της δήθεν εξωστρέφειας. Τώρα που οι πολιτικοί είναι απαξιωμένοι στα μάτια του λαού, τώρα είναι η ευκαιρία, για την καλλιέργεια της γενιάς των ανυπότακτων. Ανθρώπων που θα θέσουν εκ νέου τους δικούς τους όρους για να οικοδομηθεί εκ θεμελίων μια διαφορετική Τάξη!

Ακολουθώντας τον Λιαντίνη: Αλήτες του Ουρανού (07.06.2017)

Bruno Spampanato: ένας Φασίστας της αριστεράς




Στα 1941 τρίτο έτος του πολέμου ο Bruno Spampanato ανέλαβε καθήκοντα Εθνικού Γραμματέα της συνομοσπονδίας των εργαζομένων στο Εμπόριο.[1] Παράλληλα εξακολουθούσε να γράφει ασταμάτητα δημοσιεύοντας τα βιβλία Dentro la Storia[2], Luce ad occidente [3], Perché questa guerra [4]. 

Μετά τη συνθηκολόγηση της 8 Σεπτεμβρίου 1943 [13] την ώρα που οι δήθεν επαναστάτες δυσκίνητοι από τις τόσες τιμητικές διακρίσεις και τα παράσημα στο στήθος τιμής ένεκεν για τη προσφορά τους(!) στη διάρκεια της εικοσαετίας κρύφτηκαν στα μοναστήρια, εμφανίστηκαν και πάλι στο προσκήνιο οι παλιοί αγωνιστές, οι φασίστες της δεκαετίας του 20 με πρωτοπόρους τους εκφραστές της φασιστικής αριστεράς [5]. Όλοι αυτοί όχι απλά προσχώρησαν στη Repubblica Sociale Italiana [6] αλλά επωμίστηκαν αδιαμαρτύρητα ευθύνες και παραλείψεις των απόντων μεγαλόσχημων.[7] 

Η Repubblica Sociale Italiana ή αλλιώς Δημοκρατία του Σαλό [8] γεννήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1943 [9] Μια από τις πρώτες βασικές επιδιώξεις του Ντούτσε ήταν η ταχύτερη δυνατόν νομιμοποίηση του καινούριου καθεστώτος απέναντι σε φίλους και εχθρούς, κάτι που όφειλε να γίνει μέσα από τις αποφάσεις μιας Συνταγματικής Συνέλευσης και πάνω από όλα, μέσα από τη ψήφιση ενός καινούριου Συντάγματος. Για το σκοπό αυτό ,από τον Οκτώβριο και μετά ο Ντούτσε πραγματοποίησε πολλές επαφές με διανοούμενους ανάμεσα στους οποίους και ο Spampanato ο οποίος εκείνη την εποχή διεύθυνε από τη Ρώμη την εφημερίδα Il Messaggero [10] και παράλληλα είχε την ευθύνη του Radio Fante ενός ραδιοφωνικού σταθμού που απευθυνόταν στους Ιταλούς στρατιώτες, που πολεμούσαν στο πλευρό των Γερμανών συμμάχων.  

Η βασική ιδέα του Bruno Spampanato ήταν να αναζητήσει μια σειρά καινούριων αξιών που θα προσδιόριζαν τη σχέση του λαού με τη νεογέννητη Δημοκρατία, όπου κόμματα μη φασιστικά θα ήσαν ευπρόσδεκτα στη κοινή προσπάθεια και όπου ένας προηγούμενος αμαρτωλός αντιφασισμός δεν θα στεκόταν πλέον πλέον εμπόδιο για την όποια πολιτική ανέλιξη.[11] 


Ο Spampanato δεν παραγνώριζε τις αντιστάσεις που θα συναντούσε από το ίδιο το φασιστικό κόμμα το οποίο σε κάθε ευκαιρία διεκδικούσε ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, τον ηγετικό ρόλο του καθοδηγητή και του οδηγού. Στις 28 Οκτωβρίου το σχέδιο που είχε να κάνει με την οργάνωση της Συνταγματικής Συνέλευσης είχε ολοκληρωθεί και βρισκόταν πάνω στο γραφείο του Buffarini Guidi [12]. Τελικά οι απόψεις των σκληροπυρηνικών , αυτών που υπερασπίζονταν τυφλά τα προνόμια και δικαιώματα τους το σχέδιο δεν εγκρίθηκε ιδιαίτερα μετά τις αντιρρήσεις του Alessandro Pavolini που υποστήριζε φανερά τη θέση, ότι κανείς δεν μπορούσε να αφαιρέσει από το φασιστικό κόμμα το καθοδηγητικό του ρόλο.[13] 



Στο Συνέδριο που έλαβε χώρα στη Βερόνα παρουσιάστηκαν με τη μορφή μανιφέστου (manifesto di Verona ή carta di Verona) τα 18 προγραμματικά σημεία του Partito Fascista Repubblicano, που είχε ξεπηδήσει σαν το φοίνικα από τις στάχτες του Partito Nazionale Fascista. Η συνέλευση των φασιστών αντιπροσώπων τα ενέκρινε στις 14 Νοεμβρίου 1943 και επικυρώθηκε με τον τρόπο αυτό η ιδρυτική πράξη της Repubblica Sociale Italiana.[14] 


για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ

Έφυγε από την ζωή ο ιστορικός αναθεωρητής Ernst Zündel

Ένας από τους σημαντικότερους εκδότες αναθεωρητικού υλικού, ο γερμανός Ερνστ Ζούντελ, που είχε εγκατασταθεί και ζούσε για σχεδόν 50 χρόνια στον Καναδά πριν εκδοθεί και φυλακιστεί στη Γερμανία, απεβίωσε σε ηλικία 78 ετών.
Ο Ζούντελ, πέθανε το Σάββατο στο σπίτι του στο Μπαντ Βίλντμπαντ, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Γερμανίας, την περιοχή όπου γεννήθηκε λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος το 1939.
Τον Ζούντελ, ο οποίος μετανάστευσε στον Καναδά σε ηλικία 19 ετών για να αποφύγει τη στράτευση, προσέγγισε πολύ γρήγορα ο καναδός φασίστας Έιντριεν Αρκάντ. Για δεκαετίες, έγραφε κείμενα άρνησης του Ολοκαυτώματος, ενώ τύπωσε πολλά άλλα κείμενα της ίδιας ιδεολογικής κατεύθυνσης στον εκδοτικό οίκο τον οποίο ίδρυσε το 1977.
Καταδικάστηκε πρωτόδικα στον Καναδά για “τη δημοσίευση ψευδών ισχυρισμών” αλλά η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το καναδικό Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε πως παραβιάστηκε η ελευθερία της έκφρασης.
Έπειτα από μια σύντομη εξορία του στις ΗΠΑ, εντέλει φυλακίστηκε στον Καναδά αφού καταδικάστηκε ως απειλή για την εθνική ασφάλεια και κατόπιν εκδόθηκε στη Γερμανία το 2005, όπου οδηγήθηκε αμέσως στη φυλακή.
Στη δίκη του το 2007 στο Μανχάιμ (δυτική Γερμανία) καταδικάστηκε στη μέγιστη ποινή, πενταετή κάθειρξη, για “υποκίνηση μίσους”, ένα αδίκημα που συμπεριλαμβάνει την άρνηση του Ολοκαυτώματος και του αριθμού των θυμάτων του, έπειτα από μια μακρά και ταραχώδη δίκη.
Η συνήγορος του Ζούντελ, η Σίλβια Στολτς, καταδικάστηκε και η ίδια να εκτίσει ποινή φυλάκισης τριάμισι ετών διότι  και ο Ερνστ Ζούντελ αποφυλακίστηκε το 2010.

πηγή

Απάντηση σε έναν ραββίνο.